Translate

Wednesday, December 13, 2017

Putting into Practice the Very Little we Do Know

But to travel towards the Kingdom of God and to make true progress in the spiritual life ... depends upon the grace of God and the very little that we know (if we put into practice that same “very little”).

In Christ, in the true light of the gospel, what do we know?


- We know that God truly loves the world and gave us His only begotten Son that we might have life, true life, communion with the true and living God;


- We know that this life is marked by love and forgiveness; even including and especially including the forgiveness of our enemies;


- We know that giving is more blessed than receiving – thus we already have the means of being blessed;


- We know that the Way of the Cross is the Way of Life and that following Christ on that Way means freely laying down our lives for others.


- We know that we have been commanded to give thanks for all things, thus affirming God’s goodness as the true ground of our existence;

- We know we are not alone – that many have walked this way before us and that our success in following Christ is of concern to them;

I certainly could add to this list with some further thought, though I find it is easy to state some things that not many of us know. What I believe is that, even in the absence of great and holy men, we can take the little that we know and live.


- It is better to live seeking communion with the true and living God than to believe that God is somewhere at a distance;


- It is better to forgive and to love even if it means we make ourselves victim to the hate and cruelty of others;


- It is indeed better to give than to receive, even if I can give but little. No one can keep me from giving.

- It is better to die for others than to die alone.


- It is better to give thanks for all things than to be eaten alive with regret and bitterness;


- It is better to have the saints as friends than to be famous or popular with those of this world.

I know that these things are small (though they are truly large). But such small things, lived and acted upon with prayer will make the way for paradise in our heart and write our names in the Lamb’s Book of Life.


He who is faithful in a very little is faithful also in much… (Luke 16:10)

Tuesday, December 12, 2017

Avoiding death of the soul ( St. Anthony the Great )

If we make every effort to avoid death of the body, still more should it be our endeavor to avoid death of the soul. There is no obstacle for a man who wants to be saved other than negligence and laziness of soul.

St. Anthony the Great

Friday, December 8, 2017

Receiving the Body of Christ... ( St. John Maximovitch )

For a man’s complete sanctification, the body of the servant of the Lord must be united with the Body of Christ, and this is accomplished in the Mystery of Holy Communion. The true Body and the true Blood of Christ which we receive become part of the great Body of Christ.

Of course, for union with Christ, the mere conjoining of our body with the Body of Christ does not suffice. The consumption of the Body of Christ becomes beneficial when in spirit we strive towards Him and unite ourselves with Him. Receiving the Body of Christ, while turning away from Him in spirit, is like the contact with Christ which they had who struck Him and mocked and crucified Him. Their contact with Him served not for their salvation and healing, but for their condemnation.

But those who partake with piety, love and readiness to serve Him, closely unite themselves with Him and become instruments of His Divine will.

St. John Maximovitch

Tuesday, December 5, 2017

When the soul commits itself totally to God... ( St. Anthony the Great )

The soul has its own personal passions: pride, hatred, covetousness, anger, despondency and others. 
When the soul commits itself totally to God, it receives a feeling of genuine contrition and from His generosity, a cleansing of all its passions. At the same time, it is taught not to follow them as well as to receive the strength to overcome them and conquer its enemies, which unceasingly lay obstacles in its path. 
 
If the soul remains firm in its conversion and obedient submission to the Holy Spirit, which teaches repentance, then the merciful Creator would take pity on her because of her labors conducted through hardships and wants , in lengthy fasting, frequent vigilance, in learning God’s word and continual prayer, rejection of worldly comforts, in meekness and spiritual humility. If it remains firm in all this, the generous God will deliver her from all temptations and through His mercy, wrest her from the enemies’ clutches.


St. Anthony the Great

Saturday, December 2, 2017

Ας κάνουμε τα σπίτια μας κρυφά σχολειά !!!


Ο κυρ-Φώτης ο Κόντογλου υπήρξε ένας από τούς γνησιότερους εκφραστές τής ελληνορδοδόξου παραδόσεώς μας, την οποία είχε ως κύριο δέμα στο συγγραφικό και καλλιτεχνικό του έργο, αγωνίστηκε όσο λίγοι για την προάσπιση και την αναβίωσή της στηλιτεύοντας την ξενομανία και τον μιμητισμό, άλλα κυρίως τήρησε πιστά τις αρχές και τις αξίες της στον προσωπικό του βίο μέχρι το τέλος τής ζωής του…
Έγραφε, λοιπόν, με διορατικότητα, εδώ και μισό αιώνα περίπου, προφητεύοντας σχεδόν την σύγχρονη τραγική μας διολίσθηση και κρίση:

«Η ψευτιά και ο πνευματικός εκφυλισμός απλώνει μέρα με την ημέρα απάνω στους Έλληνες και τούς παραμορφώνει. Έναν λαό πού ξεχωρίζει ανάμεσα σ’ όλα τα έθνη και πού είναι γεμάτος πνευματική υγεία, πάμε να τον κάνουμε εμείς, οι λογής-λογής καλαμαράδες, κι οι άλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρίς πνευματικό νεύρο, χωρίς πνευματική ανδροπρέπεια, χωρίς χαρακτήρα».

Είναι ή σύγχρονη λαίλαπα της υποτέλειας, της ξενομανίας, του ραγιαδισμού και του γραικυλισμού πού βιώνουμε στις μέρες μας. Το σύνδρομο, του δήθεν εκσυγχρονισμού και της ψευτοδιανόησης, πού έχει αλλοτριώσει την λεγόμενη «πνευματική ηγεσία» του τόπου μας και την οδηγεί στην άρνηση του ιστορικού μας παρελθόντος, στην απώλεια της ιστορικής μας μνήμης και τής εθνικής μας αυτοσυνειδησίας, στην απαξίωση των αρχών και των ιδανικών τής παραδόσεώς μας και τής φυλής μας.
Η ζωή του Έλληνα έχει ζυμωθεί με την πατρογονική πίστη του, την αγία Ορθοδοξία, την«περιβεβλημένη ως πορφύραν και βύσσον» τα αίματα των μαρτύρων προγόνων του. Έχει ζυμωθεί με την αγάπη για την πατρίδα του, το πάθος και τον πόθο του για την ελευθερία, την θυσία και την αυταπάρνηση για την κατάκτηση και την προάσπισή της.
Αυτός είναι και ο λόγος πού όλοι οι δαίμονες τής κολάσεως ξεχύθηκαν να ξεριζώσουν από την ψυχή του Έλληνα την ορθόδοξη πίστη του και την εθνική του συνείδηση. Πόλεμος κατά τής Εκκλησίας και του Κλήρου, ειρωνεία τής ευσέβειας, υποβάθμιση τής ελληνικής γλώσσας, εξάρθρωση τής ελληνορθόδοξης παιδείας, περιθωριοποίηση και αλλοίωση τής πνευματικής κουλτούρας και του πολιτισμού μας και κάδε άλλο αντίθεο και αντεθνικό σχέδιο μπήκε σ’ εφαρμογή.
Είναι γνωστές, άλλωστε, από πολύ παλιά οι πρακτικές και οι μέθοδοι αυτών πού κινούν τα νήματα τής ιστορίας του πλανήτη και παράγουν ιδεολογία και νοθευμένο τρόπο ζωής, των διαφόρων, δηλαδή, κλειστών ομάδων προωθήσεως και ελέγχου τής εξουσίας με πρωτοπόρους τον διεθνή σιωνισμό, την μασσωνία, τα οικονομικά λόμπυ των πολυεθνικών, τις λέσχες επιλεγμένων ατόμων, όπως η Μπίλντεμπεργκ, πού κατασκευάζουν ηγέτες μαριονέτες, πειθήνια εκτελεστικά όργανα δικά τους, πριν ακόμη οι λαοί τούς επιλέξουν και τούς ψηφίσουν. Προεπιλέγουν και προκατασκευάζουν, έτσι, το πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό σύστημα, το σύγχρονο παγκόσμιο κατεστημένο πού επιβάλλουν στον κόσμο. Μέσω αυτών των εκλεκτών και δοτών ηγετών κυβερνά τον κόσμο μια πανίσχυρη πολιτική, οικονομική, κοινωνική και θρησκευτική ολιγαρχία.
Σε οικονομικό επίπεδο, πολυεθνικές εταιρείες, οικονομικοί κολοσσοί, εταιρείες κατασκευής οπλικών συστημάτων, πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα και νεόκοποι κροίσοι έχουν ήδη αναλάβει και διεκπεραιώνουν την οικονομική παγκοσμιοποίηση μέσω τής οικονομικής εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης των ασθενέστερων από τούς οικονομικά ισχυρούς. Χαρακτηριστικό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα η οικονομική ανέχεια στην οποία έχουν οδηγήσει την χώρα μας, με μια Ελλάδα υπό κατάρρευση, με μια κυβέρνηση υπό ξένη κηδεμονία και υπουργούς υπό επίβλεψη.
Ο σκοπός τους είναι ορατός και προδιαγεγραμμένος: πρόκειται για την σαφή και οργανωμένη επιδίωξη όχι για την απλή ένταξη, άλλα για την ολοκληρωτική υποδούλωση τής πατρίδος μας και του λαού μας στους σχεδιασμούς τής παγκοσμιοποίησης, τής Νέας Τάξης Πραγμάτων και τής Νέας εποχής, για την ένταξη και την δέσμευσή μας στην γιγαντιαία αυτή πολιτιστική, θρησκευτική, οικονομική, εθνική και οικονομική χοάνη πού ομογενοποιεί, νωθεύει, μεταλλάσσει, παραλύει, αποδυναμώνει και αποσυνθέτει θεσμούς, πιστεύματα, παραδόσεις, πολιτισμούς, ήθη, αρχές, αξίες, εθνότητες, λαούς και πατρίδες.
Για την βίαιη και άμεση υπαγωγή μας στον ηλεκτρονικό ολοκληρωτισμό πού παρακολουθεί, χαρακτηρίζει, στιγματίζει και ενοχοποιεί ό,τι και όσους επιθυμεί, ό,τι και όσους αντιδρούν και αντιτάσσονται στις επιταγές του. για τον βίαιο και άμεσο εγκλεισμό μας στην νέα παγκόσμια ηλεκτρονική φυλακή.
Με αιχμή του δόρατος τις ηλεκτρονικές κάρτες και κυρίως την κάρτα του πολίτη, πού συνιστά οξύτατη απειλή για τις ατομικές μας ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα μας οδηγούν ως αγέλη στο μεγάλο παγκόσμιο ηλεκτρονικό μαντρί.
Ας ξέρουν, όμως. οι αρχιτέκτονες τής Νέας Τάξης πραγμάτων, πού κρίνουν μόνο με το μυαλό και τα νούμερα, ότι «η τύχη μάς έχει πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μάς φάνε και δε μπορούνε. Τρώνε από μάς και μένει και μαγιά». (Μακρυγιάννης).
«Μακάριος» λοιπόν «ο λαός ο γινώσκων αλαλαγμόν», όπως λέγει ό Ψαλμός (Ψαλμ. Πη’ (πδ’), 16). Χαρά δηλαδή στο λαό πού ξέρει να γιορτάζει τα μεγάλα γεγονότα τής Ιστορίας του. Να μεθά η ψυχή του από εθνική υπερηφάνεια. Να κάνει άσμα και παιάνα τούς ηρωισμούς και τις θυσίες τής ψυχής του. Να διδάσκει την ανδρεία και τη φιλοπατρία των προγόνων του και να φρονηματίζει τις γενεές πού έρχονται. Να εμπνέεται και να αναζωογονείται από τις παραδόσεις και τις παρακαταθήκες τους. Να τιμά και να διατηρεί τα ήθη και τα έθιμά τους. Ο λαός αυτός δεν χάνεται από το πρόσωπο τής γης. Διότι έχει προορισμό στη ζωή και έχει να επιτελέσει έργο στην Ιστορία.
Και είναι παρήγορο το γεγονός ότι ακόμη και μέσα από αυτή την τραγική κατάσταση των ήμερών μας, μέσα από τα σκοτεινά σύννεφα τού εφησυχασμού, τής ευμάρειας, τής ευδαιμονίας, τής άνεσης, τής ευζωίας και τής αυτάρκειας• μέσα από τα σκοτεινά σύννεφα τής λησμοσύνης, τής άρνησης και τής απαξίας, θερμαίνει ακόμη και φωτοδοτεί η ηλιαχτίδα τής ελπίδας και τής επιστροφής.
Το σύνθημα μάς το δίνει και πάλι ο κυρ-Φώτης ο Κόντογλου:
«Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα πού βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ’ αυτούς πού θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά».
…Ας κάνουμε τα σπίτια μας κρυφά και νέα σχολειά κι ας γαλουχήσουμε τα παιδιά μας με τις παραδόσεις του γένους μας υποκαθιστώντας εμείς την πλημμελή σχολική εκπαίδευση πού τούς παρέχεται. Να προβάλουμε στα παιδιά μας τα πρότυπα των άγιων και των ηρώων μας, να τούς εμπνεύσουμε την φιλοπατρία, να τούς διδάξουμε σωστά την γλώσσα μας και την ιστορία μας.
Να τούς διδάξουμε το αληθινό νόημα και τον σκοπό τής ζωής μας, πού είναι ο ουρανός, η πραγματική δηλαδή και μόνιμη πατρίδα μας. Σε αυτή την πρόσκαιρη ζωή είμαστε, άλλωστε, οδίτες και όχι κάτοικοι και ένοικοι τής γης. Γι’ αυτό και θα πρέπει να πορευόμαστε εδώ με την προοπτική τής αιωνιότητος…
Απόσπασμα από την ομιλία,
ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Δρόμοι πού χαράξαμε… Για να ακολουθούμε
Αρχιμ. Αθανασίου Αναστασίου
Προηγουμένου Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου Αγίων Μετεώρων
Ομιλία στο Πανκαλαμπακιώτικο Χοροστάσι (10-7-2011)
 
ΠΗΓΗ: http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/11/blog-post_5051.html

Thursday, November 30, 2017

Why all the Fuss about Christmas?


The nature of the “Christmas Season,” which has unfortunately has become known as “the Holiday Season,” is now mostly devoid of Jesus Christ for which this celebratory season was originally created. But wait! What are all the parties and all the gifts piled up under the Christmas tree for? Be honest. In our celebrating have we not forgotten why we celebrate? This is supposed to be the time when we celebrate the Incarnation of God. Think about what we have forgotten and why is it so important to re-remember. Ask yourself, "Why is this spiritual event so significant for our salvation? What is the 'Season' really about?"

One may say that even the incarnation of God was not sufficient for the salvation of mankind. For today we can witness the gross neglect of Him even in this most holy period. But this is precisely why God chose to come as fully man. We seek happiness with many parties and expectations of gifts like ignorant children. We are like blind men wandering aimlessly in the city square looking for a lost coin. Blinded by our limitations and separation from God we are unable to see what it is that God expects of us so we can be reunited with him in Paradise.

The Incarnation is much more than a baby in a manger, kings bringing gifts, or some supernatural star in the sky. If we are blind and unable to see what it is that God expects of us, what can God do to help us over come this blindness? He can become like one of us and show us and ask us to follow Him. This is what He did. This why we should celebrate and give thanks. This we are in need of re-remembering.

The gift of the Son of God is a most merciful gift that God has given us. With it comes not only clarity about how to live, but the establishment of the Church to aid us in overcoming our blindness––even 2000 years after the historical event of His Incarnation. The Church gives us many aids for our spiritual healing. The Sacraments of His Church bring to us the powers of the Holy Spirit. The ascetic practices help us develop the self-control with the aid of the Holy Spirit so it can work freely through us, and the Scriptures that clarify how we are to follow Him. These were all given to us through the Church to aid us in becoming one with God, for eternal life in union with Him.

Saint Athanasius tells us the following about the nature of the Incarnation in his well know treatise On the Incarnation:

Whence, naturally, willing to profit men, He sojourns here as man, taking to Himself a body like the others, and from things of earth, that is by the works of His body [He teaches them], so that they who would not know Him from His Providence and rule over all things, may even from the works done by His actual body know the Word of God which is in the body, and through Him the Father…..
For as a kind teacher who cares for His disciples, if some of them cannot profit by higher subjects, comes down to their level, and teaches them at any rate by simpler courses; so also did the Word of God. As Paul also says: “For seeing (1 Corinthians 1:21) that in the wisdom of God the world through its wisdom knew not God, it was God's good pleasure through the foolishness of the word preached to save them that believe.” For seeing that men, having rejected the contemplation of God, and with their eyes downward, as though sunk in the deep, were seeking about for God in nature and in the world of sense, feigning gods for themselves of mortal men and demons; to this end the loving and general Savior of all, the Word of God, takes to Himself a body, and as Man walks among men and meets the senses of all men half-way , to the end, I say, that they who think that God is corporeal may from what the Lord effects by His body perceive the truth, and through Him recognize the Father.
God, the Creator of all creation, became fully human in the Incarnation, then voluntarily suffered and showed us the path to eternal life if we learn to live as he showed us. Then after He left this earth, He sent the Holy Spirit to His disciples and they established the Church for our healing. It was through God's arrival as fully human, while still remaining fully God, the Incarnation we are about to celebrate, that we are now able to know the way to eternal life.
Let's be joyful for the reason of the Incarnation and as the Christmas hymn proclaims:
"Today Christ is born in Bethlehem of the Virgin.
Today He who is without a beginning begins,
And the Word is made flesh.
The powers of Heaven rejoice,
The earth and her people are jubilant;
The Wise Men bring gifts to the Lord,
The shepherds marvel at the One who is born;
And we sing without ceasing:
"Glory to God in the Highest, And on earth peace, (God's) good will toward men".


Let’s put Christ back into Christmas.

Sunday, November 26, 2017

Γερόντισσα Μακρίνα - Είδα τις κολάσεις που υπάρχουν



Ενα κοριστάκι τριών ετών με γύρισε σ’ όλες τις Κολάσεις. Τρομερές ήταν.Το τι γινόταν εκεί πέρα.Φοβερά πράγματα.Δέν μπορώ να τα περιγράψω,Νά δής εκεί πέρα σπήλαια, πρόσωπα ρυτιδιασμένα, τί νά πώ! Ενα δάκτυλο ρυτίδα. Τά μαλλιά τους ήταν όρθια σάν αγκάθια, τά φορέματά τους κουρελιασμένα. Παντού γκρεμισμένα χαλάσματα. Τό κάθε σπήλαιο είχε μέσα κολασμένους. Ηταν σάν μιά μάζα -πώς τούς θάβεις όλους μαζί, έτσι ήταν- μαζεμένοι και ούρλιαζαν, σπάραζαν, κλαίγανε και οδύρονταν. Όσο μου έλεγε θά σου ρίξω τό μπιλάκι, τόσο εγώ έτρεχα.

Ο Γέροντας Εφραίμ από τα Κατουνάκια ομολογούσε ότι η ψυχή της Γερόντισσας Μακρίνας ήταν φωτιά!


Τι είπε ο Άγιος Παϊσιος Αγιορείτης για την Αγία Αικατερίνη


-Γέροντα, γιατί πολλοί ἄνθρωποι, ἐνῶ πίστευαν, ἔχασαν τήν πίστη τους;
-Ἄν δέν προσέχει κανείς στά θέματα τῆς πίστεως καί τῆς λατρείας, σιγά-σιγά ξεχνιέται καί μπορεῖ νά γίνη ἀναίσθητος, νά φθάση σέ σημεῖο νά μήν πιστεύη τίποτε.

- Μερικοί, Γέροντα, λένε ὅτι ἡ πίστη τους κλονίζεται, ὅταν βλέπουν νά ὑποφέρουν καλοί ἄνθρωποι.
-Ἀκόμη κι αν κάψη ο Θεός όλους τους καλούς, δεν πρέπει να βάλη κανείς αριστερό λογισμό, αλλά να σκεφθή πως ο Θεός ό,τι κάνει, από αγάπη το κάνει. Ξέρει ο Θεός πώς εργάζεται. Για να επιτρέψη να συμβή κάποιο κακό, κάτι καλύτερο θα βγη.

- Γέροντα, σήμερα ἀκόμη καί τά πιστά παιδιά ἀμφιταλαντεύονται, γιατί στά σχολεῖα ὑπάρχουν καθηγητές πού διδάσκουν τήν ἀθεΐα.
-Γιατί να αμφιταλαντεύωνται; Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη δεκαεννιά χρονῶν ῆταν και διακόσιους φιλοσόφους τους αποστόμωσε με την κατά Θεόν γνώση και την σοφία της. Ακόμη και οι Προτεστάντες την έχουν προστάτιδα της επιστήμης.
Στα θέματα της Πίστεως και στα θέματα της Πατρίδος δεν χωράνε υποχωρήσεις πρέπει να είναι κανείς αμετακίνητος, σταθερός.

Thursday, November 23, 2017

Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

Σύντομη βιογραφία του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς (1896 - 1966)


Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου το 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος αυτής της οικογένειας ανακηρύχτηκε Άγιος του 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ. Ο Άγιος αυτός Ιεράρχης Ιωάννης εκοιμήθη στις αρχές του 18ου αιώνος αλλά μεταλαμπάδευσε την χάρη του στον μακρινό του ανιψιό, το Μιχαήλ (γιατί αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Αγίου Ιωάννη και όταν έγινε αργότερα μοναχός πήρε το όνομά του θείου του. Ο πατέρας του, ο Μπόρις ήταν στρατάρχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανις Πανεπιστημίου Κιέβου. Η σχέση του με τους γονείς του ήταν πάντα άριστη. Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί και πολύ ευγενικός και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του ήταν αυτός που γνώριζε τόσο καλά τους βίους των Αγίων και έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Τόσο πολύ εντυπωσίασε την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που επηρεάστηκε από την χριστιανική ζωή του μικρού Μιχαήλ και βαπτίστηκε Ορθόδοξος.


Είχαν μια εξοχική κατοικία κοντά σ' ένα Μοναστήρι που το επισκεφτόταν τακτικά ο μικρός Μιχαήλ. Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μπόρις και Γλαφύρα τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα που συνέχισε να ζει με ριζωμένη βαθειά την πίστη του γιατί όταν τα παιδιά λείπουν για αρκετό καιρό από το σπίτι τους επηρεάζονται εύκολα οι νέες τους ψυχές. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του. Εκεί συνάντησε και τον Επίσκοπο της Πολτάβα τον Θεοφάνη που ήταν ένας πολύ αγαπητός Ιεράρχης που επηρέασε τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του, οι συμμαθητές του γελούσαν και τον κορόιδευαν, τιμωρήθηκε από τις αρχές για την πράξη του αυτή, όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος που ήταν προστάτης της Σχολής είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα. Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ κάνει υπακοή στους γονείς του. Και όπως παρατηρούσαν οι συμμαθητές του αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων από τα μαθήματα του, ωστόσο όμως ήταν καλός μαθητής. Τα χρόνια πέρασαν και τελείωσε τις σπουδές του. Τότε άρχισε ένα αντιχριστιανικό ρεύμα ν' απλώνεται στην Ρωσία, όμως ο Μιχαήλ είχε βαθειά μέσα του την πίστη και ήταν τολμηρός. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ι. Ναού και να την λιώσουν.
Όλοι συμφώνησαν, άλλοι φοβόντουσαν ν' αντιδράσουν και ετοιμάζονταν να το κάνουν αυτό, όμως ο Άγιος διαφώνησε μαζί με λίγους και άρχισαν οι συλλήψεις. Οι γονείς του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ τους είπε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας». Έτσι φυλακίστηκε και μετά από 1 μήνα τον άφησαν ελεύθερο, ξανά συλλαμβάνεται και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή. Ο Μιχαήλ ζούσε σε άλλο κόσμο και ποθούσε τον Θεό. Το 1921 φεύγει όλη η οικογένεια του (αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος) και πάνε στην Γιουγκοσλαβία όπου σπούδασε στο Βελιγράδι στην Θεολογική σχολή και για να μπορεί να τα βγάζει πέρα πουλούσε εφημερίδες. Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ. Αργότερα μέχρι το 1934 διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα Ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ. Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτια τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε. Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα.


Όταν έφευγαν οι μαθητές για διακοπές στα σπίτια τους μιλούσαν με θαυμασμό για τον καθηγητή τους τον Βλαντίκα Ιωάννη που πάντα προσευχόταν, που ποτέ δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι, που νήστευε αυστηρά και λειτουργούσε και κοινωνούσε καθημερινά. Το 1934 αποφασίζουν να τον εκλέξουν Επίσκοπο, ο Άγιος αρνείται και τους λέει ότι έχει πρόβλημα στην ομιλία του, αυτοί του λένε ότι και ο Μωυσής είχε πρόβλημα και τον εκλέγουν και τον χειροτονούν Επίσκοπο για την Σαγγάη. Φτάνει στις 21 Νοεμβρίου το 1934 στην Σαγγάη και βρίσκει μια μισοκτισμένη Εκκλησία και με κάποια προβλήματα στους κατοίκους εκεί που προσπάθησε να τους βοηθήσει ώστε να ‘ρθει η ειρήνη, οργάνωσε ορφανοτροφείο και το αφιερώνει στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά. Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγγάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά. Όταν ήρθαν και εκείνοι οι κομουνιστές πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και μετά στην Αμερική. Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.


Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε. Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα. Όταν ήρθαν στην Κίνα οι κομμουνιστές έφυγαν οι Ρώσοι για την Αμερική και φεύγει και ο Άγιος το 1951 στην Αμερική μεταφέροντας το ποίμνιο του. Οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν και τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Έτσι ο Άγιος τελούσε θείες λειτουργίες στα Γαλλικά, στα Ολλανδικά, όπως τελούσε πρώτα στα Ελληνικά, στα Κινέζικα και στα Αγγλικά. Δεν επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν κραγιόν να ασπαστούν τις εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό. Μια πνευματική του κόρη η Ζηναίδα Ζουλιέμ, που τον υπηρέτησε στην Γαλλία μας αναφέρει μερικά περιστατικά από την προορατικότητα του Αγίου.



Γνώρισα λέει για πρώτη φορά τον Άγιο πηγαίνοντας στο σπίτι του στις Βερσαλλίες, ένα κελλί που ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μικρά κουτιά με γράμματα μέσα, ένα τραπέζι, ένα καναπέ και μια σακούλα με ξερά πρόσφορα. Φορούσε πέδιλα ή παντόφλες και πολλές φορές ήταν και ξυπόλητος γιατί τα έδινε στους φτωχούς. Κάλτσες δεν φορούσε, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Του ζήτησε να πάει να εργαστεί σε κάποια περιοχή και ήρθε να της δώσει ευλογία, όμως ο Άγιος της είπε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή να εργαστεί και όπως πράγματι έτσι και έγινε λες και το πρωτογνώριζε. Τον γνώρισε το 1958 και ο πατέρας της πείθανε τον 1957, πριν πεθάνει της είπε: «απόψε μ' επισκέφθηκε ένας μοναχός κοντός με μαύρα» και αναρωτιόταν, ποιος να ήταν τότε δεν ήξερε τον Άγιο Ιωάννη. Όταν τον γνώρισα λοιπόν λέει η Ζηναίδα, μια μέρα ενώ ήμουνα στο σπίτι του σκεφτόμουν, κρίμα, εάν τον είχα γνωρίσει τότε που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου θα προσευχόμουν και θα γινόταν καλά τότε ο Άγιος στράφηκε και της λέει: ξέρεις, επισκέφτηκα τον πατέρα στου όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο και άνοιξε τον μικρό του κατάλογο και βρήκε στην σελίδα τ' όνομα του πατέρα μου «Βασίλειος Ζουλιέμ». Πως είναι δυνατόν να γνώριζε τις σκέψεις μου εάν δεν ήταν προορατικός, άρα δεν ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο πατέρας μου.


Πολλές φορές ήθελα να τον ρωτήσω πολλά αλλά ήταν απασχολημένος και το βράδυ που θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω εγώ τα είχα ξεχάσει και εκείνος ενώ έτρωγε την σούπα του σιγοψιθύριζε και άκουγα όλα όσα ήθελα να μάθω από τις ερωτήσεις που σκεφτόμουν να του κάνω και ο Άγιος σαν να τις γνώριζε και μου τις απαντούσε. Όταν αργότερα θα έφευγε για το Σαν Φρανσίσκο στεναχωριόμουν πολύ και ενώ μας μιλούσε στην Εκκλησία εγώ έκλαιγα και τότε γυρίζει και μου λέει: «οι άνθρωποι που έχουν τους ίδιους στόχους και αγωνίζονται για την κατάκτηση του ιδίου πράγματος έχουν ενότητα ψυχής και δεν αισθάνονται την απόσταση του χωρισμού, η απόσταση δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ενότητα των ανθρώπων σε μία ψυχή». Και αμέσως ηρέμησα. Όταν προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα το Άκτιστο Φως τον έλουζε και δεν πατούσε στην γη. Πάντοτε ράντιζε με αγιασμό τον Ναό και το γραμματοκιβώτιο που έριχνε τα γράμματα του μόνος του αφού τα σταύρωνε πήγαινε ξυπόλητος στο χιόνι και στην βροχή και τα έριχνε. Όταν έφυγε στην Αμερική άλλαξαν το γραμματοκιβώτιο με άλλο καινούργιο, εγώ στεναχωρέθηκα και όταν αργότερα ήρθε πάλι για λίγο στην Γαλλία ο Άγιος τον είδα να παίρνει τον αγιασμό και να πηγαίνει να ραντίσει το νέο γραμματοκιβώτιο χωρίς εγώ να του έχω πει τίποτα. Μια μέρα περνώντας από τον Ναό άκουσε κλάματα, προχώρησε μέχρι το ιερό κοιτώντας μέσα είδε τον Άγιο να είναι γονατιστός πίσω από την Αγία Τράπεζα και να κλαίει γοερά για τα προβλήματα των άλλων, Δεν άντεχε η ψυχή της να τον ακούει που έκλαιγε και έφυγε αθόρυβα από τον Ναό.

Πριν φύγει για την Αμερική της είχε πει: όταν εσύ Ζηναίδα είσαι άρρωστη ή κάποιος άλλος να με ειδοποιείτε να έρθω και πράγματι μόλις διάβαζαν την Παράκληση θεραπευόταν. Το 1962 στις 21 Νοεμβρίου τον στέλνουν στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπο στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς. Γύρω στο λαιμό του είχε δέσει μια δερμάτινη θήκη με την εικόνα της Παναγίας μέσα, που είχε φέρει από την Ρωσία. Όταν πήγαινε στους ασθενείς διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και γινόταν το θαύμα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα κοιτούσε με το στοργικό του βλέμμα, όλοι δεν ξεχνούσαν το ζεστό του βλέμμα, όταν σε κοίταζε ήξερες ότι εκείνη την στιγμή ήσουν το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο. Συνήθιζε να περπατά ξυπόλητος ακόμα και στο πιο άγριο τσιμέντο στο πάρκο στις Βερσαλίες, έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ και μόνο όταν κάποιος φρόντιζε γι' αυτό, αλλιώς το παρέλειπε και αυτό. Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή. Στην Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων ξαναδιάβαζε πάλι τα ονόματα που εντωμεταξύ του είχαν δώσει και άλλα και αργούσε πολύ. Μετά την θεία Λειτουργία παρέμενε για ώρες στην Εκκλησία. Με περισσή φροντίδα καθάριζε το Άγιο Δισκοπότηρο και το Άγιο Δισκάριο, την Αγία Τράπεζα και την Αγία Πρόθεση. Παράλληλα έτρωγε λίγο πρόσφορο και έπινε άφθονο ζεστό νερό. Τα γράμματα που λάβαινε τα διάβαζε το απόγευμα μετά τη θεία λειτουργία αφού έβαζε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και τα άνοιγε μην τυχόν και υπάρχει σε κάποιο γράμμα επείγουσα ανάγκη. Πολλές φορές έλεγε το περιεχόμενο των γραμμάτων πριν ακόμα τα διαβάσει, είχε το χάρισμα της προορατικότητας. Πολλές φορές εκεί στην Σαγγάη που ήτα γύριζε έξω τι νύχτες και έδινε ψωμί και χρήματα στους αστέγους και ζητιάνους, ακόμη και σε μεθυσμένους.



Το Σάββατο στις 2 Ιουλίου το 1966 ο Άγιος έφυγε από αυτή την ζωή. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί, κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ακούστηκες ένας θόρυβος και όταν μπήκαν μέσα τον βρήκαν κάτω πεσμένο από την πολυθρόνα του και όπως λένε προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του εκ των προτέρων και ήξερε ότι ο θάνατος του πλησιάζει και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί, έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες, όλη την νύχτα διάβαζαν το ψαλτήρι και όλοι αγρυπνούσαν για τελευταία φορά μαζί του. Ο κόσμος ερχόταν για να προσκυνήσει και να χαιρετήσει για τελευταία φορά τον Δεσπότη τους.


Όλοι οι Ιεράρχες που τον γνώριζαν μιλούσαν για την ασκητική του ζωή. Μια ζωή όλο αγώνα πνευματικό που δεν είχε ξαπλώσει για 40 χρόνια σε κρεβάτια από τότε που έγινε μοναχός, που κοιμόταν μόνο μία ή δύο ώρες το βράδυ είτε όρθιος, είτε γονατιστός και σκυφτός στο πάτωμα, πολλές φορές κοιμόταν για λίγο απαντούσε κανονικά στο τηλέφωνο, όπως μαρτυρεί κάποιος που έτυχε να' ναι μπροστά του στο δωμάτιο του, ενώ μιλούσε του έπεσε το ακουστικό λίγο πάνω στα γόνατα και κοιμισμένος, όπως ήταν, απαντούσε σαν ν' άκουγε τον συνομιλητή του. Όλοι ένοιωσαν ότι είχαν μείνει ορφανοί γιατί ο Άγιος έδειχνε κατανόηση στον καθένα τους και πολλή αγάπη. Τον κήδεψαν στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.


Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, «στην Χαρά όλων των θλιβομένων». Εδώ υπηρέτησε τον Θεό και τους ανθρώπους και εδώ αναπαύεται ο Άγιος. Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγγάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγ. Παρασκευή. Ετάφη σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό. Όλοι έφερναν στην μνήμη τους τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που τους είχε υποσχεθεί ότι και μετά την κοίμηση του θ' άκουγε τις προσευχές τους και τις θλίψεις τους όπως συμβαίνει σ' έναν ζωντανό άνθρωπο. Έτσι πήγαιναν τακτικά στον τάφο τους. Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν. Μόλις άνοιξαν την λάρνακα, είχε σκουριάσει λίγο το φέρετρο γιατί ήταν μεταλλικό, άνοιξαν με φόβο Θεού και προσευχή το φέρετρο. Το πρόσωπο του Αγίου ήταν σκεπασμένο με τον αέρα (κάποιο πανί) και η ματιά τους έπεσε στ' άφθαρτα χέρια του Αγίου. Ξεσκέπασαν και το πρόσωπο του και αποκαλύφθηκε και το άφθαρτο πρόσωπο του. Μια υπερκόσμια πνευματική γαλήνη, μια ευλαβική σιωπή απλώθηκε παντού. Βίωναν όλοι στιγμές θείας Χάριτος μπροστά στον Άγιο του Θεού. Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά το 1994 στις 2 Ιουλίου να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον. Ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε και μας έστειλε ένα μεγάλο Άγιο να πρεσβεύει για εμάς δίπλα στον Θρόνο του Θεού στα χρόνια αυτά της γενικής αποστασίας μας από τον Θεό.



Ο Καθεδρικός Ναός με τους χρυσούς τρούλους και που είναι αφιερωμένος στην Παναγία, στην χαρά των θλιβομένων, βρίσκεται στη λεωφόρο Γκίρι μεταξύ 26ης και 27ης λεωφόρου και είναι το κτίριο που δεσπόζει στην βορειοδυτική πλευρά του Σαν Φρανσίσκο. Ο Ναός είναι ορατός από πολλά σημεία της πόλης, ή έρχεσαι από τη θάλασσα ή από την γέφυρα Χρυσή πύλη. Το κουβούκλιο του τάφου βρίσκεται δύο πατώματα κάτω από το Ιερό. Κατεβαίνει σ' ένα υπόγειο παρεκκλήσιο με χαμηλό αγιογραφημένο ταβάνι με τον Παντοκράτορα και με αγιογραφίες στους τοίχους και γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο. Εδώ έρχονται καθημερινά, μετά την κοίμηση του οι πιστοί και προσεύχονται στον τάφο του. Χιλιάδες πιστοί επισκέπτονται τον Άγιο, άλλοι του στέλνουν γράμματα και ζητούν την βοήθεια του και τις προεσβείες του. Ζητούν το νήμα από τα κεριά που ανάβουν στον τάφο του και λίγες σταγόνες λάδι από την καντήλα που καίει εκεί.

Κάθε χρόνο στις 2 Ιουλίου τελείται η Θεία Λειτουργία και καταφθάνουν εκεί στο παρεκκλήσιο του τάφου του πλήθους κόσμου. Στο κέντρο βρίσκεται η λάρνακα που είναι σκεπασμένη με τον μανδύα του Αγίου, γύρω υπάρχουν μανουάλια με κεριά αναμμένα. Στην κεφαλή της λάρνακας βρίσκεται τοποθετημένη η Επισκοπική μίτρα του Αγίου και η ποιμαντορική του ράβδος βρίσκεται στο κάτω μέρος της λάρνακας. Και εκεί βρίσκεται ένα αναλόγιο με το Ψαλτήρι που το διαβάζουν οι πιστοί όταν πηγαίνουν στο Άγιο και μετά του λένε τα προβλήματα τους. Σ' ένα άλλο αναλόγιο δίπλα είναι η εικόνα των Εισοδίων της Παναγίας που την αφιέρωσε μια οικογένεια από την Κίνα στον Άγιο ως ευγνωμοσύνη που τους είχε βοηθήσει και έδωσε ένα ιερό όρκο η κυρία αυτή μαζί με την μητέρα της να δωρίσουν την εικόνα τους αυτή, το κειμήλιο τους στον Άγιο Ιωάννη στον τάφο του. Αυτή η εικόνα είχε έναν ιδιαίτερο νόημα για τον Άγιο, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, γιατί στην ζωή μας τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία. Αυτή την γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας ο Άγιος την αγαπούσε πολύ, η κουρά του έγινε σε Μοναστήρι της Γιουγκοσλαβίας που ήταν αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων. Επίσης την ημέρα των Εισοδίων πήγε ως Επίσκοπος στην Σαγγάη στον Ναό της Παναγίας μας που ονομαζόταν; «η αμαρτωλών Σωτηρία» και πάλι την ημέρα των Εισοδίων έρχεται στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπος. Όταν παντρεύτηκε η κυρία αυτή πήγε στην Αμερική στον Σαν Φρανσίσκο και απέχτησαν έναν αγόρι των Ιωάννη. Όταν αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό και θα τον έστελναν στον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αγόρι που ευλαβείτο πολύ τον Άγιο Ιωάννη πήγε στον τάφο του και του άφησε μια φωτογραφία που είχε του Αγίου πάνω στην Επισκοπική του μήτρα, που βρίσκεται πάνω στην Λάρνακα και μετά από λίγες μέρες την πήρε ως ευλογία, την έβαλε στην τσέπη της στολής του στο μέρος της καρδιάς και πήγε στον πόλεμο. Και από ότι έγραφε στην μάνα του ο αξιωματικός γιος της ο Άγιος τον προστάτεψε και καμία σφαίρα δεν τον χτύπησε. Κάποτε το απόσπασμα του αιχμαλωτίστηκε και αυτός γλύτωσε, μία βόμβα έπεσε δίπλα τους, άλλοι τραυματιστήκαν σοβαρά και αυτός έμεινε αβλαβής.


Η καντήλα πάνω από τη Λάρνακα του Αγίου καίει συνεχώς. Έρχονται εδώ όλοι με μια παιδική πίστη να μιλήσουν στον Άγιο, να παραπονεθούν για τις θλίψεις τους και ο Άγιος τους ακούει και τους βοηθάει. Ο Άγιος θέλει να προσευχόμαστε και να μην ξεχνάμε να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους από ένα περιστατικό που φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου ανθρώπου και του είπε: «να προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους». Επίσης και σ' ένα διάκο φανερώθηκε και του είπε ότι: «είμαι πολύ ευτυχής που προσεύχεσαι για τους αρρώστους, πάντα να προσεύχεσαι και να επισκέφτεσαι τους αρρώστους». Σε κάποια γυναίκα που τον είδε στον ύπνο της, της είπε: «πείτε στον κόσμο παρόλο που έχω πεθάνει είμαι ακόμα ζωντανός» μία νοσοκόμα διηγείται ότι ένα βράδυ ένας σοβαρά άρρωστος ζητούσε τον Άγιο να πάει εκεί ένοιωθε ότι θα πέθαινε, είχε όμως ξεσπάσει μια καταιγίδα και με τον αέρα που φυσούσε κόπηκε το ρεύμα, δεν λειτουργούσαν και τα τηλέφωνα και η νοσοκόμα του είπε ότι τώρα δεν μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε το πρωί θα πάει κάποιος στον Επίσκοπο. Σε μισή ώρα ακούστηκαν κτύποι στην είσοδο του Νοσοκομείου και όταν ρώτησε ο μισοκοιμισμένος φύλακας, ποιος είναι; - Ανοίξτε την πύλη, είμαι ο Επίσκοπος Ιωάννης, με κάλεσαν και με περιμένουν. Άνοιξε ο φύλακας και ο Άγιος διέσχισε γρήγορα τον διάδρομο και ρώτησε την νοσοκόμα:«ποιος είναι ο άρρωστος που με περιμένει, πήγαινε με σε αυτόν». Πως ο Άγιος διάβασε την σκέψη του αρρώστου και πήγε μέσα στην καταιγίδα στο νοσοκομείο δίπλα του; ήταν προορατικός και τα αψηφούσε όλα για τους ασθενείς του. Επειδή ταξίδευε συχνά αεροπορικώς και η σωρός του πάλι αεροπορικώς ήρθε από το Σιάτλ στο Σαν Φρανσίσκο, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς, αλλά επειδή γλύτωσε κάποιος από τροχαίο θεωρείται και προστάτης των ταξιδιωτών.


Μια δασκάλα φωνητικής, η Άννα, είχε βοηθήσει τον Άγιο στην Σαγγάη που ήταν. Του μάθαινε να προφέρει σωστά τα φωνήεντα, γιατί είχε πρόβλημα με το κάτω σιαγόνι του και δεν μπορούσε να προφέρει τις λέξεις. Από την πολλή νηστεία ήταν εξαντλημένος ο οργανισμός του και κρεμόταν πολύ το κάτω σιαγόνι του. Αυτός πάντα της έδινε σε κάθε επίσκεψη 20 δολλάρια. Μόλις άρχιζε την νηστεία, άρχιζε πάλι το ελάττωμα αυτό και τον επισκεφτόταν συχνά. Το 1945 τραυματίστηκε στον πόλεμο σοβαρά και ζητούσε να ‘ρθει στο νοσοκομείο ο Άγιος να την κοινωνήσει. Όμως είχε άσχημο καιρό με ανεμοθύελλα. Ήταν 10 με 11 την νύχτα, οι γιατροί της είπαν δεν μπορεί να γίνει αυτό, επειδή ήταν περίοδος πολέμου και το νοσοκομείο έκλεινε μετά την δύση του ηλίου. Το πρωί θα ειδοποιούσαν τον Επίσκοπο. Εγώ φώναζα: έλα Βλαντίκα, και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει μέσα ο Άγιος μουσκεμένος από την βροχή. Τον άγγιξα γιατί νόμισα πως ήταν το πνεύμα του, εκείνος χαμογέλασε, με κοινώνησε και εγώ κοιμήθηκα. Όταν αργότερα ξύπνησα τους είπα ότι ήρθε ο Άγιος και με κοινώνησε, αυτοί όμως δεν με πίστεψαν το νοσοκομείο κλείνει μετά την δύση μου είπαν, οι πόρτες είναι κλειστές. Μία άλλη ασθενής τους είπε ότι πράγματι είχε έρθει ο Άγιος εκεί, αλλά ούτε εκείνη την πίστεψαν. Και ενώ η νοσοκόμα που δεν την πίστευε της έφτιαχνε το προσκέφαλο, βρήκε 20 δολλάρια. Ο Άγιος όταν ήρθε της άφησε και λεφτά γιατί δεν είχε τίποτα εκείνο το διάστημα. Τα χρόνια πέρασαν, όταν έφυγε ο Άγιος για το Σαν Φρανσίσκο, ήρθε και εκείνη εκεί και ήθελε να την ψάλλει και να την κηδέψει ο Άγιος. Και πράγματι το 1968 πέθανε το βράδυ της Μεταμορφώσεως από αέριο από γκάζι του σπιτιού της και μία άλλη κυρία, η Όλγα, είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ τον Άγιο μέσα στον Ναό να θυμιάζει ένα φέρετρο με την Άννα μέσα και να της ψέλνει τόσο ωραία την νεκρώσιμη ακολουθία. Έτσι ο Άγιος της εκπλήρωσε την επιθυμία της. Το πρωί έμαθε η Όλγα ότι εκείνο το βράδυ πέθανε η Άννα.


Της Ζηναίδας της είχε αναθέσει τα δωρεάν γεύματα για πτωχούς, έπαιρνε λεφτά από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου, ένα ποσό των 20 δολαρίων κάθε μήνα για το σκοπό αυτό. Μια μέρα της έκανε δώρο 10 γαλλικά φράγκα, εγώ λέει η Ζηναίδα, τα ξόδεψα όλα για το σκοπό αυτό και ειδικά αυτόν τον μήνα έκανα πολλά έξοδα και χρώσταγα 70 δολλάρια. Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα προσευχή στον Άγιο (γιατί έλειπε στην Αμερική), του ζητούσα να με βοηθήσει, κάνω αυτό που μου είπες, αλλά τώρα έχω πολλά προβλήματα, βοήθησε με. Και το πρωί ο ταχυδρόμος της έδωσε ένα γράμμα από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου. Νόμισε πως θα ήταν τα συνηθισμένα 20 δολλάρια μέσα, όταν όμως το άνοιξε βρήκε 70 δολάρια, ακριβώς όσα χρωστούσε. Πήγε λοιπόν και ξεχρέωσε, έγραψε και ένα ευχαριστήριο γράμμα και τον επόμενο μήνα ήταν πάλι τα καθιερωμένα 20 δολλάρια. Εκείνα τα λεφτά της τα είχε στείλει ο Άγιος. Πριν φύγει της ανέθεσε να φροντίζει ένα ορφανό παιδί, τον Βλαντιμίρ. Αλλά κάτι με τα δωρεάν γεύματα, κάτι με την ηλικιωμένη μητέρα της και τον θείο της έσπασαν τα νεύρα της και άρχισε να παρακαλεί τον Άγιο να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα. Θα τα παρατήσω, έλεγε, δεν αντέχω άλλο. Και το βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο να έρχεται σπίτι της και να πηγαίνει σε αυτήν μόνο και να την ευλογεί. Το πρωί ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα, ένα περιοδικό που είχε την μορφή του Αγίου όπως τον είχε δει στον ύπνο της και στο εξώφυλλο ένα σημείωμα: «Στην Ζηναίδα». Αμέσως πήρε χαρά και δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα της αυτό. Άλλη μια φορά την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Μια μέρα ενώ θα έβγαινε έξω, κοιτώντας από το παράθυρο τον κόσμο είχε ανάμεσα σε κάτι αυτοκίνητα κάτι σαν μια μικρή σωλήνα, την κυρίεψε η περιέργεια και άρχισε να ντύνεται για να πάει κάτω να δει να το κλωτσήσει. Τότε κτυπάει η πόρτα, ανοίγει ήταν ο Άγιος. Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα 5 λεπτά και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα. Τότε ξανακτυπά στο παράθυρο και είδε αστυνομικούς στο δρόμο να παίρνουν με πολλή προσοχή αυτό το παράξενο πράγμα. Κατέβηκε γρήγορα κάτω και έμαθε ότι ήταν βόμβα και θα ήτα νεκρή που σκεφτόταν να το κλωτσήσει εάν δεν την καθυστερούσε ο Άγιος Ιωάννης.


Μια κυρία άρρωστη με πρόβλημα καρδιάς, φορούσε μια κονκάρδα με τον Άγιο Ιωάννη και μια μέρα λιποθύμησε στην Εκκλησία, τότε ο ψάλτης την σταύρωσε με την κονκάρδα, προσευχήθηκε στον Άγιο Ιωάννη να την κάνει καλά και πράγματι αμέσως συνήλθε.


Μια μέρα λέει η Ζηναίδα είχε μαγειρέψει η μητέρα της ένα φαγητό, τα βαρενίκι, που το τρώνε πολύ στην Ρωσία είναι ένα είδος ζυμαρικών με τυρί και θα πήγαινε στον Επίσκοπο Ιωάννη. Τα είδε στο τραπέζι ο θείος της και τα λαχτάρησε, πήγε η Ζηναίδα στον Άγιο μετά το φαγητό μαζί με τα βερανίκι και ο Άγιος έφαγε πολύ λίγο από τα τρόφιμα που του πήγε, τα βερενίκι όμως δεν τα άγγιξε καθόλου, τον πίεζε να φάει η Ζηναίδα, όμως αυτός δεν έφαγε καθόλου λες και προγνώριζε ότι τα είχε λαχταρήσει ο θείος της.


Κάποτε σκεφτόταν να πάει να του ζητήσει ευλογία να πάει σε Μοναστήρι. Το βράδυ τον είδε στον ύπνο της και δεν της έδινε ευλογία και κοιτώντας στον τοίχο της λέει: για χάρη του μείνε, και άνοιξε ο τοίχος και βγήκε ένα μωρό. Εκείνη έκλαιγε και ξύπνησε και σε λίγες μέρες γέννησε η γυναίκα του αδελφού της, αλλά αρρώστησε από φυματίωση και πάνω στον μήνα πέθανε, και ο αδελφός της της έδωσε να μεγαλώσει το μωρό. Γι΄ αυτό τότε της είχε πει ο Άγιος αυτά τα λόγια. Τον νοιώθει τόσο κοντά της τον Άγιο Ιωάννη η Ζηναίδα ακόμη και τώρα που έχει πεθάνει. Κάποτε θα πήγαινε με τον ανηψιό της, τον Φιλίπ, στην Αμερική και ο ανηψιός της τα χάλασε τα λεφτά του, θα ‘χει η θεία μου, έλεγε, και δεν τους έφταναν για τα εισιτήρια. Της είχε στείλει και λίγα χρήματα κάποιος γνωστός της αρχιμανδρίτης εις μνήμη του αγαπημένου Επισκόπου Ιωάννη. Και αποφάσισαν να πάνε, αλλά τα χάλασε ο ανηψιός της τα δικά του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο να την βοηθήσει. Έλεγε. Εάν νομίζεις πως αυτό το ταξίδι θα ‘ναι για το καλό του Φιλίπ, βοήθησε μας. Και εκείνη την ημέρα πήρε ένα σημείωμα από το ταχυδρομείο 7.700 φράγκων στ' όνομα της, ακριβώς το ποσό που χρειάζονταν για τα εισιτήρια. Πήγε στο ταχυδρομείο και της είπαν ότι μπορεί να πάρει αμέσως σήμερα τα χρήματα και τα πήρε χωρίς να χει μαζί της ούτε καν την ταυτότητά της. Ευχαρίστησα τον Άγιο που πάντα με βοηθάει. Ήθελε να πάρει κόκκινες κρυστάλλινες καντηλόκουπες από την Αμερική (γιατί στην Γαλλία δεν έβρισκε) και όλο το ξεχνούσε εκεί που γύριζε στην Αμερική, και μόλις πήγαν στον τάφο του Αγίου, αμέσως το θυμήθηκε και πήγε μετά και αγόρασε, ο Άγιος την βοήθησε να τις θυμηθεί. Την ευλογία του Αγίου Ιωάννη να έχουμε όλοι μας.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΓΓΑΗΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ